"Έλα ρε, μην αγχώνεσαι! 60€ τα εισητήρια και 17€ αυτό το CD... Θα μου φτάσουν!"
"Και να μη σου φτάσουν, δεν πειράζει. Θα σου δώσω εγώ. Έχω άλλα τόσα..."
Περίμενα στην ουρά ενός ταμείου καταστήματος σε ένα εμπορικό κέντρο. Μπροστά μου 2-3 άτομα περίμεναν επίσης υπομονετικά τη σειρά τους για να πληρώσουν. Στη δίπλα ουρά εμφανίζονται δύο αγόρια. Δεν πρέπει να ήταν πάνω από 13-14 χρονών. Κάτσανε κι αυτά στην ουρά (λίγο πιο ανυπόμονα από τους άλλους όπως είναι και φυσιολογικό). Κοιτουσαν με θαυμασμό το εξώφυλλο από το CD που επρόκειτο ν' αγοράσουν. Και τότε μεταξύ τους ειπώθηκαν τα πιο πάνω...
Έμεινα για μια στιγμή και τους κοίταζα. Μαζί μου και μερικοί άλλοι γύρω τους.
Πλήρωσα και βγήκα από το κατάστημα. Μαζί μου βγήκαν και τα δύο αγόρια. Χτύπησε το κινητό του ενός, "έλα, πού είσαι;" και άλλα τέτοια σχετικά. Από τα τελευταία μοντέλα της ΝΟΚΙΑ, με όλα τα καλούδια επάνω. Κοντοστάθηκα. Τα δύο αγόρια απομακρύνθηκαν με γρήγορο βήμα, προφανώς πηγαίνοντας να βρουν την παρέα τους.
Παρήγγειλλα καφέ και έκατσα στον καναπέ. Τακτοποίησα κράνος και μπουφάν και έριξα μια ματιά γύρω μου. Η ώρά πλησίαζε 1 το μεσημέρι. Το εμπορικό κέντρο ήταν γεμάτο κόσμο. Τα καφέ γεμάτα παρέες παιδιών που συζητούσαν, φώναζαν, γέλαγαν, έπαιζαν με τα κινητά τους, ανακάτευαν με το καλαμάκι το ποτήρι τους. Οι περισσότερες κάτω των 15 καλοκαιριών...
Σταμάτησα να κοιτάω γύρω μου (μη φανώ και αδιάκριτος!) και συγκεντρώθηκα στις σκέψεις μου. Προσπάθησα να φέρω στη μνήμη μου τα δικά μου παιδικά χρόνια. Θυμήθηκα τις παρέες μου. Εντάξει, επαρχία ήταν, περασμένα χρόνια ήταν, δεν περίμενα να βρώ ημέρες σε καφέ και εμπορικά κέντρα στις αναμνήσεις μου! Αλλά κάτι με ενοχλούσε...
Ήρθε και η κοπέλα με τον καφέ. "Είναι και ομορφούλα" σκέφτηκα και ένα χαμόγελο βγήκε αυθόρμητα. Το τελετουργικό ανακάτεμα, η πρώτη ρουφηξιά, "μμμ, καλό τον κάνανε (πώς κι έτσι), θα περάσει καλά η ώρα". Άλλο ένα ανακατεμα (όχι οτι χρειαζόταν αλλά να έχουμε κάτι να κάνουμε..) και άλλη μια ματιά τριγύρω. " Τί σκεφτόμουν.... Ά, ναι" μονολόγησα. Στο μυαλό μου ήρθαν τα δύο αγόρια. Και ειδικότερα η συζήτηση που είχαν για τα χρήματα.
Δεν είμαι κανένας τσιγκούνης. Ούτε τα μετράω για να τα "κάνω μασούρια". Μάλλον το αντίθετο, ποτέ δεν είχα ιδιαίτερες επιδόσεις στην αποταμίευση. Δεν ήταν αυτή η αιτία.
Αυτό που μου είχε κάνει εντύπωση ήταν οτι είχα συναντήσει δύο παιδιά, μικρά σχετικά, που το καθένα είχε πάνω του πάνω από 80€! Έκανα ασυναίσθητα την μετατροπή. Περίπου 30000 δραχμές! Όσο κι αν προσπάθησα, δεν μπόρεσα να σκεφτώ μια περίσταση που ο ίδιος ή κάποιος στην παρέα μου, σε αυτή ή και σε μεγαλύτερη (παιδική ή εφηβική) ηλικία, να διέθετε, αναλογικά με την εποχή βέβαια, τόσα χρήματα. Και δεν προερχόμασταν από "σφιχτές" οικονομικά οικογένειες. Μικρομεσαίοι οι περισσότεροι, κάποιοι καλύτερα ακόμα. Χαρτζιλίκι μας δίνανε καθημερινά. Ότι μας χρειαζόταν βασικά για το σχολείο, άντε και για κάτι παραπάνω.
"Βρε λες να τα μαζεύαν τα παιδιά;" σκέφτηκα. Αλλά και πάλι, για δοκίμασε να μαζέψεις 80€ μόνο από χαρτζηλίκι από το οποίο όλο και κάτι θα ξοδεύεις καθημερινά! Δε μου πολυβγαίνανε τα νούμερα (τουλάχιστον αυτά που υπολόγιζα)...
Κι άλλη ρουφηξιά. ΆΛλη μια ματιά γύρω. "Περισκόπιο έχεις καταντήσει!" σκέφτηκα. Κάποιες κυρίες ήρθαν και κάθησαν λίγο πιο πέρα. Τα παιδά τους άρχησαν να... ερευνούν το γύρω χώρο. Η συζήτηση έφτασε στα ψώνια που είχαν κάνει. Τα παιδιά ξαναγύρισαν. "Μαμά, μαμά, δώσε μου λεφτά να πάω να πάρω κάτι που είδα σε μια βιτρίνα!". "Να παιδί μου πάρε. Πόσα θέλεις;". "Τόσα". "Να, πάρτα και πήγαινε".
Καπνός η μικρή. Σε λίγο επέστρεψε με το νέο της απόκτημα. Κόκκαλο εγώ. "ΜΑ ΚΑΛΑ, ΕΤΣΙ ΤΑ ΕΔΩΣΕ, ΧΩΡΙΣ ΟΥΤΕ ΕΝΑ ΤΙ, ΕΝΑ ΓΙΑΤΙ;" μουρμούρισα. Πάλι με τα μούτρα στον καφέ. "Έχω χάσει επεισόδια νομίζω..." έλεγα στον ευατό μου. Ξανασκέφτηκα τα δύο αγόρια. Και τότε τα συνδύασα. Και ταράχτηκα.
"Σύγχρονες" παιδαγωγικές μέθοδοι σε μια "σύγχρονη" κοινωνία. Αγοράζω άρα υπάρχω. Έχω άρα μετράω. Γι' αυτό φροντίζουμε από νωρίς να βάζουμε τα παιδιά στο νόημα. Η μήπως είναι χειρότερα;....
"Μάλλον έιναι..." σκέφτομαι. Σκέφτηκα μια σημερινή οικογένεια. Οικογένεια με παιδιά. Ποιές είναι οι πιθανότητες να μη δουλεύουν και οι δύο γονείς; Μάλλον λίγες. Τί σημαίνει αυτό εκτός των άλλων; Λιγότερος χρόνος για τα παιδιά. Και τί κάνουμε γι'αυτό;
Προσπαθούμε να γεμίσουμε τα κενά. Με δώρα, με παιχνίδια. Να εξάγοράσουμε τις τύψεις μας.
Αν νιώθουμε βέβαια. Γιατί μπορεί να κάνουμε τα χατήρια των παιδίων μόνο και μόνο για να φύγουν από τα πόδια μας. Για να μην χρειαστεί να τα αντιμετωπίσουμε αρνούμενοί τους κάτι. Και να τα χρηματα, και να τα ηλεκτρονικά παιχνίδια, τα κινητά...
"Αχ, αυτά τα κινητά!" σκέφτηκα και χαμογέλασα. Για να βρίσκουμε τα παιδιά μας, λένε. Να μπορούν να μας βρούνε αν μας χρειάζονται. "Λογικό" σκέφτηκα. Οι καιροί είναι πονηροι, θέλει και ο γονιός να αισθάνεται (έστω και υποτυπωδώς) μια ασφάλεια. Και πρέπει από 8 χρονών να έχουν κινητά τηλέφωνα; Και να είναι και τα τελευταία που κυκλοφορούν; "Ε, πώς να το κάνουμε, αφού το άλλο παιδί το έχει, το δικό μου πώς..;".. Και μετά έχουμε "κινηματογραφικές" προβολές από ταινίες "γυρισμένες" στα σχολεία... Τέλοσπάντων. Δικαιολογίες. Αλλά αυτό είναι άλλο ζήτημα..
"ΆΛλοι καιροί, άλλα ήθη, άλλες συνήθειες" σκέφτηκα πίνωντας την τελευταία γουλιά. Κάνω νόημα, έρχεται η κοπέλα για να πληρώσω (η νοστιμούλα που λέγαμε), άλλο ένα (αυθόρμητο) χαμόγελο, χαμογελά κι αυτή...
Κατεβηκα προς το πάρκινγκ. Σκέφτομαι πάλι τα ίδια. Λιγότερο επιθετικά όμως από πρίν. "Ίσως αυτή να είναι η ροή των πραγμάτων τελικά, μέσα στην κοινωνία της πληροφορίας" συλλογίζομαι. Μήπως εγώ τί θα έκανα αν ήμουν στη θέση των παιδιών; "Μ' ένα κινητό στο χέρι μάλλον θα ήμουν και θα έστελνα μηνύματα!".
Έδιωξα κατευθέιαν αυτή τη σκέψη! Δε μου άρεσε η εικόνα. "Μάλλον μεγάλωσα..." σκέφτηκα φωναχτά καθώς ανέβαινα στη μηχανή.
Έβαλα μπροστά. Ο δρόμος γρήγορα με έφερε στη εθνική. Μπροστά ο ορίζοντας. "Όχι σήμερα" ψιθύρισα. "Αύριο θα τα πούμε.. Πρωί, πρωί..". Του έκλεισα το μάτι και έστριψα για το σπίτι.
Παρκάρωντας ήρθαν ξανά οι μεσημεριανές σκεψεις. "Βρήκα τί θα γράψω στο blog" σκέφτηκα και χαμογέλασα. Είναι όμως για χαμόγελα;...